Ιππεύοντας στο κύμα της γνωστής απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου αριθ. 139/2017, ορισμένες περιβαλλοντικές/προστατευτικές ενώσεις ετοιμάζονται να επιτεθούν σε όλους τους περιφερειακούς νόμους που επιτρέπουν στις περιφέρειες να απασχολούν κυνηγούς εκπαιδευμένους σε επιχειρήσεις περιορισμού και στην εφαρμογή σχεδίων θανάτωσης.
Τις τελευταίες ημέρες, το Περιφερειακό Διοικητικό Δικαστήριο του Αμπρούτσο (TAR) εξέδωσε διάταξη με την οποία παραπέμπει τον περιφερειακό νόμο περί κυνηγιού του Αμπρούτσο στο Συνταγματικό Δικαστήριο, μετά από έφεση των ENPA και LAV. Έχουν επίσης αναφερθεί περίπου εξήντα κυνηγοί από την Ούμπρια, οι οποίοι εντοπίστηκαν από τους φύλακες ασφαλείας του WWF κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων περιορισμού που διοργάνωσε η Περιφέρεια της Ούμπρια.
Ομοίως, έχουν προκύψει πρόσφατες πολεμοχαρείς δηλώσεις από περιβαλλοντολόγους, αφοσιωμένους στον πιο ακραίο προστατευτισμό, σχετικά με την πρόθεση ανάληψης παρόμοιων πρωτοβουλιών σε όλες τις Περιφέρειες που έχουν εγκρίνει παρόμοιους νόμους. Πιστεύουν, σύμφωνα με την αρχή της οριζόντιας επικουρικότητας που κατοχυρώνεται στο Άρθρο 118 του Συντάγματος, ότι δεδομένων των περιορισμένων πόρων τους, μπορούν να βασίζονται σε ιδιωτικούς φορείς - και επομένως ιδιαίτερα σε κυνηγούς που έχουν επιλεγεί ειδικά μετά από συγκεκριμένα εκπαιδευτικά μαθήματα - για την αποτελεσματική εφαρμογή του ελέγχου των ειδών άγριας ζωής που αποτελούν πραγματική απειλή για όσους ζουν και εργάζονται σε ορισμένες εδαφικές περιοχές.
Αυτοί είναι οι ίδιοι εκπρόσωποι που γιόρτασαν την απόσυρση από την κυβέρνηση δύο τροπολογιών —στα άρθρα 12 και 19, αντίστοιχα— του νόμου 157/1992 κατά την έγκριση του νόμου περί προϋπολογισμού, οι οποίες θα είχαν λύσει το πρόβλημα. Επίσης, παρέλειψαν να αναφέρουν ότι αυτό συνέβη μόνο και μόνο επειδή οι τροπολογίες είχαν ελάχιστη σχέση με τους δημοσιονομικούς κανονισμούς.
Οι ίδιοι αυτοί εκπρόσωποι εξακολουθούν να σιωπούν σχετικά με την πρόσφατη έναρξη ισχύος του Νομοθετικού Διατάγματος 230/2017, το οποίο, υπαγορεύοντας διατάξεις που αποσκοπούν στην πρόληψη και τη διαχείριση της εισαγωγής και εξάπλωσης χωροκατακτητικών ξένων ειδών (των οποίων η Ευρώπη, υπενθυμίζουμε, ζητά την εξάλειψη), επιτρέπει στις Περιφέρειες και τις αυτόνομες Επαρχίες του Τρέντο και του Μπολζάνο να επιδιώξουν επίσης τη συνεργασία «ιδιωτικών φορέων».
Είναι πάντα οι ίδιοι εκπρόσωποι που θέλουν πεισματικά να αγνοήσουν το γεγονός ότι οι Περιφέρειες προσπαθούν απεγνωσμένα να αντιμετωπίσουν την ασυνήθιστη εισβολή οπληφόρων, ακόμη και στα κέντρα των πόλεων. Έχοντας εγκαταλείψει τα δάση, έχουν καταλάβει πρώτα την ύπαιθρο και τώρα ακόμη και τις πόλεις, θέτοντας έτσι σε σοβαρό κίνδυνο όλους τους πολίτες και προκαλώντας ζημιές που εκτιμώνται σε πάνω από 100 εκατομμύρια ευρώ μόνο τον τελευταίο χρόνο.
Οι πιο προοδευτικές Περιφέρειες ανέλαβαν, ως εκ τούτου, να θεσπίσουν νόμους που αποσκοπούν στον επείγον και επείγον έλεγχο και περιορισμό αυτού του φαινομένου. Για να ανταποκριθούν σε ένα σαφές δημόσιο συμφέρον, γνωρίζοντας την έλλειψη προσωπικού ικανού να ανταποκριθεί, έχουν προβλέψει τη χρήση κυνηγών, οι οποίοι προηγουμένως είχαν αποκτήσει τα προσόντα παρακολουθώντας συγκεκριμένα μαθήματα και επιτυγχάνοντας στις σχετικές εξετάσεις. Αυτό επιτρέπεται επί του παρόντος ρητά μόνο στις Αυτόνομες Επαρχίες του Τρέντο και του Μπολζάνο, με μια σαφώς ασύμβατη απόκλιση στις διατάξεις και τη μεταχείριση σε σύγκριση με τις Περιφέρειες.
Αυτό που θεωρείται «κυνήγι», δηλαδή ο έλεγχος και η εφαρμογή σχεδίων θανάτωσης από αδειοδοτημένους κυνηγούς, είναι αντίθετα έκτακτες μορφές παρεμβάσεων δημόσιας ασφάλειας που διατάσσονται από τις Περιφέρειες, εκτελούνται δωρεάν, σε εθελοντική βάση, με όλα όσα αυτό συνεπάγεται, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής δέσμευσης και του προσωπικού κινδύνου. Πραγματοποιούνται στην υπηρεσία της Δημόσιας Διοίκησης και των πολιτών, χωρίς καμία ψυχαγωγική ή ψυχαγωγική πτυχή.
Συνεπώς, εάν οι περιβαλλοντικές/προστατευτικές ενώσεις σκοπεύουν να επιτεθούν στους περιφερειακούς νόμους εκμεταλλευόμενες το «χαντάκι» που έσκαψε το Συνταγματικό Δικαστήριο με την απόφαση αριθ. 139/2017, η Federcaccia επιθυμεί να καταστήσει γνωστό ότι είναι έτοιμη να υποστηρίξει τις Περιφέρειες —και μαζί με αυτές τους κυνηγούς που ασχολούνται με αυτές τις υπηρεσίες— στην υπεράσπισή τους, αναπτύσσοντας όλες τις δυνάμεις και τους πόρους της.
Επειδή πριν αμφισβητηθεί η συνταγματικότητα των περιφερειακών νόμων, υπάρχει σημαντικός λόγος να αμφισβητηθεί η συνταγματικότητα των άρθρων 12 και 19 του νόμου 157/1992, υποβάλλοντας τελικά το σχετικό ερώτημα στο Δικαστήριο ως παρεμπίπτον ζήτημα, λόγω της προαναφερθείσας ασυνέπειας και έλλειψης εύλογου λόγου.
Η Federcaccia σκοπεύει, επομένως, να δείξει για άλλη μια φορά την ετοιμότητά της να αναλάβει δράση στο πλευρό των Περιφερειών, υποστηρίζοντάς τες στα αιτήματά τους, τα οποία έχουν ήδη εκφράσει η Διάσκεψη Κρατών-Περιφερειών, και επαναλαμβάνοντας στους εθνικούς νομοθέτες την ανάγκη για επείγουσα αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης για ισορροπημένη και ορθολογική διαχείριση του περιβάλλοντος, της γης και της βιοποικιλότητας, αλλά πάνω απ' όλα για την προστασία πρωτογενών αξιών όπως η δημόσια υγεία και ασφάλεια, η προστασία των θέσεων εργασίας, η επιχειρηματικότητα και οι γεωργικές, δασικές και ποιμενικές δραστηριότητες.
Το κάνει αυτό έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η διατήρηση του περιβάλλοντος και της άγριας ζωής είναι απαραίτητα στοιχεία για κάθε βιώσιμη χρήση της περιοχής, από τον απλό πολίτη που αναζητά αναζωογόνηση βυθιζόμενος στη φύση μέχρι εκείνους που ζουν εκεί, μέχρι εκείνους που ασκούν και αναζητούν μια πιο ικανοποιητική κυνηγετική δραστηριότητα.
Στην επιδίωξη αυτών των στόχων – όπως έχει συμβεί σε προηγούμενες νομικές υποθέσεις που αφορούσαν κυνηγετικά ημερολόγια, τα οποία ήταν τόσο «επώδυνα» για τις περιβαλλοντικές/προστατευτικές ενώσεις – ο κόσμος του κυνηγιού βρίσκει τη νόμιμη θέση του ως πρωταγωνιστής.
Ο κόσμος του κυνηγιού έχει πράγματι αποδείξει την επίγνωσή του ότι το βιώσιμο κυνήγι δεν μπορεί να διαχωριστεί από την υποστήριξη της Δημόσιας Διοίκησης στον σχεδιασμό της διαχείρισης της γης, την προστασία της βιοποικιλότητας, τον προγραμματισμό επιστημονικών ερευνητικών δραστηριοτήτων, τη συλλογή δεδομένων, τη συνεργασία στην ανάπτυξη κανονιστικών εγγράφων και την οργάνωση προπαρασκευαστικών και εκπαιδευτικών μαθημάτων.
Πρόκειται για συγκεκριμένους πόρους, που δαπανώνται με μοναδικό σκοπό τη διατήρηση του περιβάλλοντος (ένα απόλυτο αγαθό χωρίς το οποίο το κυνήγι, ο πολιτισμός και οι παραδόσεις που σχετίζονται με το κυνήγι θα στερούνταν ζωτικής σημασίας), οι οποίοι διατίθενται δωρεάν στη Δημόσια Διοίκηση.
Ρώμη, 27 Φεβρουαρίου 2018 – Ιταλική Κυνηγετική Ομοσπονδία
Από το federdaccia.org
_______________________________






















